Περί τόπου ή πατρίδας

Κείμενο για την έννοια του τόπου. Δημοσιεύτηκε στο ηλ. περ. Culture Book (Μάρτιος 2020)

Το ερώτημα έθεσε το περ. Culture Book: Τι εστί τόπος για τον δημιουργό; Τι σημαίνει ο δημιουργός για τον τόπο (του); Είναι δημιουργός ο τόπος ή τόπος ο δημιουργός; Και ένα δείγμα γραφής, ζητούμενο από τη σύνταξη του περιοδικού, σχετικό με το πλαίσιο του χώρου-τόπου (επιλέχθηκε ένα από τα ιντερμέδια της ποιητικής σύνθεσης Φωνές, 2011).


Ο τόπος των ποιητών είναι η πατρίδα της γραφής τους. Εσάς πώς επηρέασε την γραφή σας ο τόπος σας;

Ο τόπος είναι μια συνθήκη άγνωρη, απροσδιόριστη και δυσερμήνευτη. Συνάμα, μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ορθολογικά ότι ο τόπος είναι αταυτοποίητος, περιβάλλει το Είναι, και επομένως μοιάζει οικείος… Ήδη πιστεύοντας ότι ο Μάρτιν Χάιντεγκερ ομιλεί ορθά για το Dasein, ο δικός μου προβληματισμός εστιάζεται ανάλογα στη σχέση του χώρου με την ύπαρξη και τη συγγραφική διαδικασία. Ο μεν χώρος μπορεί να θεωρηθεί άθροισμα μεταβλητών, ίσως μια συγκροτημένη ενατένιση μέσα από τις διαστάσεις. Η δε ύπαρξη αποτελεί ένα συμβάν˙ αυτό που ο Εμμανουήλ Λεβινάς ονομάζει «το πέρα από το μηδέν και το είναι».

Όλες οι παράμετροι που προκύπτουν από τις προηγούμενες σκέψεις, τέμνονται στο σημείο της λογοτεχνικής δημιουργίας. Πιθανώς, το χνώτισμα της Μούσας συνδέεται με τη στιγμή και τις συντεταγμένες (εν προκειμένω, ο αρμυρός και πολυαιώνιος μεσογειακός ορίζοντας) ή και την όποια ψυχική συνθήκη. Ο Λιθουανός φιλόσοφος, πάλι, μου δίνει τις καίριες απαντήσεις στα βασανιστικά ερωτήματα για τις επίγειες κλίμακές μου στην πράξη της συγγραφής: Με αφορούν οι γονεϊκές καταγωγές μου; Με επηρεάζουν τα σημάδια του παρελθόντος σε τόπους που προσέρχομαι «προσκυνητής» και «άπειρος» με στόχο τη γνώση απέναντι στη μοναξιά μου; Με προσδιορίζει η κοινωνικότητα που κατακτώ, εγώ ως πρόσωπο και οντότητα, ζώντας σ’ αυτόν τον χωροχρονικό συνδυασμό;

Με άλλα λόγια, πιο απτά: γιατί οι μεσσηνιακές ελιές και τα πωρολίθια καστρινά χαλάσματα, οι κοτρόνες στις αρκαδικές υπώρειες, οι αχαϊκές πληγές της Ιστορίας ανάμεσα στ’ αμπέλια, οι γεύσεις της Απουλίας στο μυστήριο των προγονικών αισθήσεων και παραισθήσεων, είναι πατρίδα, είναι ταύτιση κι έκκληση έμπνευσης;

Ομολογουμένως, η συζήτηση αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε μια αποκάλυψη της αμφιβολίας, ν’ αποδειχθεί παραμυθία, είτε ένα σημείο για τα πράγματα που γίνονται γιατί έτσι μόνον γίνονται…

Σκέψεις και στίχοι σας για την Ελλάδα μέσα στον κόσμο σήμερα;

Υπάρχει η «Ελλάδα» στη φαντασία κάποιων, ή άραγε μόνον ένα «τόξο ελληνικότητας»; Τη δεύτερη εκδοχή προκρίνω προσωπικά. Δεν είναι σύνορα ή προσδιορισμοί συναισθηματικής αξίωσης και ταυτότητας, μα σίγουρα ο ελλαδικός κόσμος εκτείνεται στον χώρο και στον χρόνο˙ μ’ αυτό το δίπολο αποκτάει ουσία ο «τόπος» που σήμερα ονοματίζεται «Ελλάδα». Γι’ αυτό και φαίνεται η όποια οροθέτηση για τον δημιουργό να ‘ναι επικίνδυνη, με μιαν έννοια περιοριστική. Τελικά, μήπως «Ελλάδα» σημαίνει μια ανέστια πραγματικότητα, εύπλαστη ωστόσο και γοητευτική ενώπιον των σελίδων με τις αποτυπωμένες λέξεις τους;

Σε αυτό το πνεύμα, η παράθεση του αποσπάσματος:

Η Via dell’Amore δεν οδηγεί πουθενά.
Τον ορίζοντα ταράζουν οι αστραπές. Σε μικρή απόσταση, συντελείται το θαύμα
ενός ήλιου βυθισμένου στα σύννεφα.
Δεν είναι η ανηφορική κλίση ούτε η αλήθεια που στεγνώνει το χώμα. Κανένας
δεν παρεμβαίνει μεταξύ έξαψης και σιωπής. Είναι παραζάλη που γεννάει η
αρχαία μνήμη του τόπου.
Το φως μετατοπίζεται. Η καταγωγή δυναμώνει από το παν και το τίποτε. Κάθε
βήμα είναι συγκίνηση είτε φανέρωμα, πρώτη εικόνα που θα επιβιώσει στον
χρόνο.
Οι ίδιοι ήχοι της νύχτας ανοίγουν τα παράθυρα σαν προφήτες. Τα πουλιά
πετούν χαμηλά, σε σχηματισμούς πάνω από τις στέγες. Σ’ αυτά τα βήματα η
νοσταλγία περιέχει την αναμονή, την ομορφιά απροσδιόριστη, τη γενναιοδωρία.
Οι προσόψεις των σπιτιών είναι μάρτυρες της ιστορίας.