Κριτική στις Φωνές

Κείμενο ερμηνείας από τον ποιητή και κριτικό Γιώργο Βέη, δημοσιευμένο στο περιοδικό Κουκούτσι, τ. 6 (Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2012)

Ρούβαλης, Βασίλης. (2011). Φωνές. Αθήνα: Γαβριηλίδης

1/10/2012
Πάγια αιτήματα ποιητικής

Του Γιώργου Βέη

«Θα υπάρχω σε κάθε φλόγα που αγγίζουν τα χέρια σου» (από το βιβλίο, σ. 24)

Πρόκειται για την τέταρτη ποιητική του συλλογή. Προηγήθηκαν: Νηκτικός νους, εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2001, Νότος, εκδόσεις Κέδρος, 2004 και Σύντομο ημερολόγιο Αυγούστου, εκδόσεις poema, 2009. Σύμφωνα με παλαιότερες διαπιστώσεις μου, ο στίχος του ασκείται συστηματικά στη συγκλήρωση κραδασμών και ποικίλων διερευνήσεων όχι του εφήμερου, αλλά του διαχρονικού, η δε γραφή δεν διαχέεται, ούτε ενδίδει σε υφολογικές ευκολίες. Ο Βασίλης Ρούβαλης, συλλαμβάνοντας το απώτερο νόημα των μύθων, είτε συλλογικών είτε ατομικών, διερευνά επιμελώς τις ουσίες τους και δεν παύει να σχολιάζει συνοπτικά πάντα τις προεκτάσεις τους. Υπηρετώντας όσο πιστότερα μπορεί το δεδομένο αισθητικό του σχέδιο, ο ίδιος καθίσταται προοδευτικά κάτι περισσότερο από απλός μάρτυρας της εποχής του. Επιχειρεί δηλαδή ν’ αναβαθμισθεί κι αυτός με τη σειρά του σ΄ έναν ακόμη συνειδητό αποκωδικοποιητή του εσωτερικού νοήματος των όντων εν γένει. Η δε πλήρης και άλλο τόσο ανεπιφύλακτη διάχυση του ακαταπόνητου εγώ στο μεγάλο ποτάμι των φαινομένων της μεσογειακής κλίμακας είναι, οίκοθεν νοείται, μια ακόμη πειστική εκδοχή του καλλιτεχνικού γεγονότος. Επισημαίνω επίσης ότι η άμεση ανάγκη περιστολής του στίχου, η εσκεμμένη έξοδος του επαρκώς προετοιμασμένου εγώ στην ανοικτή πολυπλοκότητα του «ζωτικού φαίνεσθαι», η αυτοσυγκράτηση του υποκειμένου σε όλες τις κρίσιμες φάσεις της δημιουργικής πορείας και η εξόφθαλμη δέσμευση της γραφής να εικονοποιήσει, στο μέτρο του εφικτού πάντα, ορισμένες μύχιες πλευρές των πραγμάτων συναποτελούσαν τα κύρια γνωρίσματα της πρώτης εμφάνισης του στη λογοτεχνική μας σκηνή.

Mε το δεύτερο προαναφερόμενο ποιητικό του διάβημα, προέβαλε τις ίδιες ανησυχίες και τις παραλλαγές τους σε ένα σαφώς διευρυμένο, περισσότερο ευκρινή χωρόχρονο. Εκεί το δούναι της έκφρασης και το λαβείν της διακρίνονταν, μεταξύ άλλων, από την εξόφθαλμη τάση της εξίσωσής των. Από την ομολογία πίστεως στο θαύμα του καθημερινού αποκεκαλυμμένου μηνύματος έως την απόπειρα ικανοποιητικής καταγραφής του άρρητου, είχε ήδη διανυθεί ικανό διάστημα. Έτσι, οι επίμονοι, οι σημαίνοντες ψίθυροι ανάγονταν διακριτικά σε ποιητικό μόρφωμα. (Ιδέτε εφ. «Η Καθημερινή», 15 Φεβρουαρίου 2005). Σήμερα, το εσωτερικό τοπίο αντανακλά με ιδιάζουσα έμφαση αποφασιστικά καθέκαστα, αλλά και τις ουσιαστικότερες παραμέτρους της διαρκώς σημασιολογικά ηλεκτρισμένης περιρρέουσας διιστορικής-διαπολιτισμικής, ατμόσφαιρας. Δεδομένης μάλιστα οιονεί κληρονομικώ δικαιώματι. Η ανάταση του εγώ προϊδεάζει συν τοις άλλοις τη μυστική ολοκλήρωση μέσα στην ύλη του πανοπτικού Ενός. Η συνάντηση του εγώ με το Άλλο, ή με τις Φωνές, όπως θα ήθελε εν προκειμένω ο ποιητής, αποτελεί συνεπώς από κάθε άποψη συνάντηση κατακλυσμικής υφής. Συγκρατώ από το πρώτο ιντερμέδιο τα εξής ενδεικτικά στοιχεία των ειδικότερων εξομολογήσεων: «Είσαι ό, τι δεν φανταζόμουν πως υπάρχει μέσα μου. / Ακούγοντας τις φωνές, τις φωνές, τις φωνές, ορίζω ξανά την αλήθεια – αυτήν που πίστευα μόνο με τα / δάχτυλα και τον νου».

Οι πυθαγόρειες συνηχήσεις και βεβαίως οι νεοπλατωνικές συνισταμένες είναι έκδηλες και ισχυρές. Ιδίως σε ό, τι αφορά τις αστρολογικές μοίρες, οι στίχοι είναι αρκούντως εύγλωττοι. Ήτοι: «Όταν η θύμηση δεν ξεθωριάζει, τα πρόσωπα κοιτάζονται κι ανάμεσα φωτίζεται η έκταση του κόσμου∙ αφουγκράζονται η μουσική των σφαιρών έως το τέλος των αιώνων». Υποστηρίζω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμπαντική διάσταση τείνει να θεωρηθεί μια πολλαπλασιασμένη στο άπειρο Μεσόγειος. Εξ ου και οι τρεις εικαστικές προσφυγές του λόγου σε τρεις σημαντικούς ζωγράφους της εννοιολογικά κρίσιμης περιοχής, δηλαδή στον Γεώργιο Κλόντζα, στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο και Αντώνιο Βασιλάκη. (Βλ. τη σύντομη επιλογική ενότητα με τίτλο «Παροράματα»). Τα μετέωρα, για να το διατυπώσω διαφορετικά, γειώνονται στο κειμενικό έδαφος με τακτ. Αντιλαμβάνομαι ότι οι Φωνές είναι η περίληψη ενός μεγαλύτερου κειμένου, όπου οι αλληλουχίες, οι συστοιχίες και οι συνειρμοί θα εκτείνονταν σε πολλούς στροφές. Η εκδοχή των περικοπών, η οποία μας προτείνεται με την παρούσα έκδοση, πιστοποιεί πάντως την προσήλωση του Βασίλη Ρούβαλη στο ακουστικά και κατ’ επέκτασιν μουσικά ευσύνοπτον.

Από τους πρώτους κιόλας εισαγωγικούς στίχους, καθαρά ελυτικής απόκλισης, έως την περαίωση του καλώς συγκερασμένου αυτού έργου, το ποιητικό υποκείμενο παραμένει κατά κανόνα ο κριτικός αναγνώστης και υπομνηματιστής ταυτοχρόνως του κοσμολογικού κυρίως φαινομένου και των όποιων συμφραζομένων του. Το σύμπαν κατά κανόνα εξανθρωπίζεται, το υποκείμενο συμφιλιώνεται με το πεπρωμένο, το οποίο εγγυάται ο ουρανός, ενώ το ενυπάρχον στοιχείο της αυτοκαταστροφής και της συνακόλουθης αναγέννησης των κοσμικών στοιχείων τείνει να καταστεί αντικείμενο γαλήνιας μελέτης παρά συμπτωματικού, αδιέξοδου εξορκισμού. Η περιπέτεια της μεταφυσικής αναζήτησης προσώρας δείχνει να οδηγείται σε αίσιο πέρας. Η φιλότης και το διάχυτο νείκος αν μη τι άλλο δεν αλληλοεξοντώνονται, σύμφωνα με όσα έχει να μας αναφέρει εδώ ο ποιητικός νους. Παραθέτω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής, τις εξής ενδεικτικές αναφορές και αντίστοιχες αυτοαναφορές: «Ανατέλλεις όπως οι ήλιοι μου / Το μητρικό γάλα και τ’ άγγιγμα / ο σκαμμένος λόφος / οι κόκκινες πέτρες / οι αναπνοές η λογική […] Ύστερα η αγέλαστος κόγχη / το μυστικό άπειρο / […] εδώ σβήνει ο άνεμος […] η ανέγγιχτη φλέβα της νύχτας […] Το ωραίο είναι δυνατότητα∙ παραμένει στο άπειρο, συνεχές κι ευδόκιμο […] Το φιλί με κύματα φθάνει / ο μονόλογος η συννεφιά / το ψηλάφισμα / οι σταγόνες στην άκρη του νερού / το σύμπαν μετά το σύμπαν […] πολιτεία τ’ ουρανού γνώριμη φυγή […] Το πρόσωπό σου είναι τοπίο / Η ρομφαία της λύπης τραγουδιέται / Το ωραίο έχει αφαιρεθεί […] Περπατώ ξανά στην παλιά πόλη / ανάμεσα σε κόκκαλα / εμμονές που έχω ξεχάσει / κύκλους λαξευμένους παλίρροιες / βήματα από αλλοτινούς εαυτούς μου».

Κοντολογίς, η κατά το δυνατόν αντικειμενικοποίηση του οραματικού, η ικανή και αναγκαία περιστολή του φαντασιακού στη λεκτική πράξη – τάξη, πάγια αιτήματα της στρατηγικής των στίχων του Βασίλη Ρούβαλη, αντιμετωπίζονται κι εδώ με τη δέουσα λεκτική ενάργεια.