Διαβάζοντας και μεταφράζοντας τον Eugenio Montale

Η ποιητική φυσιογνωμία του Εουτζένιο Μοντάλε απασχολεί ανέκαθεν τη μεταφραστική πρόθεση. Το δείγμα περιλαμβάνει αποσπάσματα από τρεις ποιητικές συλλογές του

Ο νομπελίστας ποιητής Eugenio Montale (Εουτζένιο Μοντάλε, 1896-1981) διακρίνεται για την ασκητική αντίληψη της ποίησης, την έκφραση του ιδεώδους που τείνει να γίνει ρεαλιστική εικόνα, την αποτύπωση της εμπειρίας και συνακόλουθα τη σημασία που έχει στη διαμόρφωση της ποιητικής του. Εκπρόσωπος του ερμητισμού, μαζί με τους Giuseppe Ungaretti, Umberto Samba, Salvatore Quasimodo, κατά τη δεκαετία του 1930 κι ένθεν, υποστήριξε την αναμέτρηση με τη διαίσθηση, την αναζήτηση της υπαρξιακής κατάστασης, τη λυρική διάσταση και τα σύμβολα της φύσης. Εδώ αναρτιούνται μερικές ενδεικτικές μεταφραστικές προσεγγίσεις, κάποιες από τις οποίες έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και ιστοσελίδες. 

*
Forse un mattino andando in un’aria di vetro,
arida,rivolgendomi vedró compirsi il miracolo:
il nulla alle mie spalle, il vuoto dietro
di me, con un terrore di ubriaco.

Poi come s’uno schermo, s’accamperanno di gitto
alberi case colli per l’inganno consueto.
Ma sarà troppo tardi; ed io me n’andró zitto
tra gli uomini che non si voltano, col mio segreto.

*
Ίσως κάποιο πρωινό διασχίζοντας τον γυάλινο, στεγνό αέρα,
στρέφοντας το βλέμμα μου θα σαρκωθεί το θαύμα:
το τίποτε στην πλάτη μου, το κενό πίσω μου,
με τον τρόμο ενός μεθυσμένου.

Κι έπειτα, όπως στις οθόνες, θα στηθούν στη σειρά
δέντρα σπίτια λοφοσειρές για τη συνηθισμένη πλάνη.
Μα θα ‘ναι πολύ αργά – κι εγώ θα φύγω σιωπηλός
ανάμεσα σ’ ανθρώπους που δεν μ’ αντικρίζουν, με το μυστικό μου.

[Aπό τα Κόκκαλα σουπιάς/Ossi di seppia – πρώτη δημοσίευση στο περ. Το Δέντρο, τ. 183-184, Οκτώβριος 2011]

 

*
Ecco il segno; s’innerva
sul muro che s’indora:
un frastaglio di palma
bruciato dai barbagli dell’aurora.
Il passo che proviene
dalla serra si’ lieve,
non e’ felpato dalla neve, e’ ancora
tua vita, sangue tuo nelle mie vene.

*

Ιδού το σημάδι- παίρνει πάλι πνοή
στον τοίχο που χρυσαφίζει:
μια δαντέλα από φοίνικα
φλεγόμενη από τις εκλάμψεις της αυγής.

Το βήμα καθώς φθάνει
από τα βουνά είναι ελαφρύ,
ακάλυπτο από τα χιόνια, παραμένει
ζωή δική σου, αίμα σου μες στις φλέβες μου.

[Le Occasioni, από τη συλλογή Mottetti]

 

Opinioni

Non si e mai saputo se la vita
sia cio che si vive o cio che si muore.
Ma poi sarebbe inutile saperlo
ammesso che sia utile l’impossibile

Se dire che la vita e’ una sostanza,
una materia e’ mera cantafavola,
anche piu’stolto e’crederla una fumata
che condensa, o rimuove, ogni altro fumo.

Ma no, dice Calpurnio, e’appena un suono
mai pronunziato perche’ non e’nell’aria
nostra, ma nella sua. E non c’e’ nome
neppure scritto dove l’aria manca.

*

Γνώμες

Δεν έγινε ποτέ γνωστό εάν η ζωή
είναι αυτό που ζει ή αυτό που πεθαίνει.
Κατόπιν όμως δεν θ’ άξιζε να μαθευτεί
δεδομένου ότι αξίζει το απίθανο.

Eάν ειπωθεί ότι η ζωή είναι μια πραγματικότητα,
η ύλη είναι απλώς ένα τεράστιο ψέμα,
κι ακόμη πιο αφελές είναι να γίνει πιστευτός ο καπνός
που καταπίνει, ή διώχνει, κάθε άλλον καπνό.

Μα όχι, λέει ο Καλπούρνιος, είναι μόνον ένας ήχος
ποτέ πριν ακουσμένος καθώς δεν υπάρχει
στον δικό μας αέρα παρά σ’ εκείνου. Και δεν υπάρχει λέξη
μήτε γραπτό απ’ όπου να λείπει ο αέρας.

[Ποίημα από τη συλλογή Ημερολόγιο του ’72/Diario del ’72]

 

La vita  in prosa

Il fatto è che la vita non si spiega
né con la biologia
né con la teologia.
La vita è molto lunga
anche quando è corta
come quella della farfalla –
la vita è sempre prodiga
anche quando la terra non produce nulla.
Furibonda è la lotta che si fa
per renderla inutile e impossibile.
Non resta che il pescaggio nell’inconscio
l’ultima farsa del nostro moribondo teatro.
Manderei ai lavori forzati o alla forca
chi la professa o la subisce. È chiaro che l’ignaro
è più che sufficiente per abbuiare il buio.

*

Η ζωή σε πρόζα

Είναι γεγονός πως η ζωή δεν εξηγείται
ούτε από τη βιολογία
oύτε από τη θεολογία.
Η ζωή είναι μακρά
ακόμη κι όταν είναι σύντομη
όπως μιας πεταλούδας —
η ζωή παραμένει πλούσια
ακόμη κι όταν το χώμα είν’ άγονο.
Ανελέητος είναι ο αγώνας που γίνεται
για να καταλήξει ανούσιος κι αφόρητος.
Δεν μένει παρά το ασύνειδο βάθος
η τελευταία φάρσα του ξέπνοου θεάτρου μας.
Θα έστελνα σε καταναγκαστικά έργα ή στην κρεμάλα
όποιον την πιστεύει ή την υπομένει. Είναι φανερό ότι ο ανήδεος
αρκεί για να σκεπάζει το σκοτάδι.

[Απόσπασμα από τα Σκόρπια ποιήματα/Poesie disperse]

 

Casa sul mare

ll viaggio finisce qui:
nelle cure meschine che dividono
l’anima che non sa più dare un grido.
Ora I minuti sono eguali e fissi
come I giri di ruota della pompa.
Un giro: un salir d’acqua che rimbomba.
Un altro, altr’acqua, a tratti un cigolio.

Il viaggio finisce a questa spiaggia
che tentano gli assidui e lenti flussi.
Nulla disvela se non pigri fumi
la marina che tramano di conche
I soffi leni: ed è raro che appaia
nella bonaccia muta
tra l’isole dell’aria migrabonde
la Corsica dorsuta o la Capraia.
Tu chiedi se così tutto vanisce
in questa poca nebbia di memorie;
se nell’ora che torpe o nel sospiro
del frangente si compie ogni destino.
Vorrei dirti che no, che ti s’appressa
l’ora che passerai di là dal tempo;
forse solo chi vuole s’infinita,
e questo tu potrai, chissà, non io.
Penso che per i più non sia salvezza,
ma taluno sovverta ogni disegno,
passi il varco, qual volle si ritrovi.
Vorrei prima di cedere segnarti
codesta via di fuga
labile come nei sommossi campi
del mare spuma o ruga.
Ti dono anche l’avara mia speranza.
A’ nuovi giorni, stanco, non so crescerla:
l’offro in pegno al tuo fato, che ti scampi.
Il cammino finisce a queste prode
che rode la marea col moto alterno.
Il tuo cuore vicino che non m’ode
salpa già forse per l’eterno.

*

Σπίτι στη θάλασσα

Το ταξίδι τελειώνει εδώ:
στις φθηνές φροντίδες που μοιράζουν
την ψυχή και δεν ξέρει πώς να κραυγάσει.
Τώρα οι στιγμές είν’ ίδιες κι απαράλλαχτες
σαν τις στροφές στον τροχό μιας αντλίας.
Μία στροφή: ένα υδάτινο ύψωμα που παφλάζει.
Μία άλλη, κι άλλο νερό, πότε πότε ένα τρίξιμο.

Το ταξίδι τελειώνει σ’ ετούτη την ακρογιαλιά
που αχναγγίζουν τα επίμονα, σιγανά κύματα.
Τίποτε δεν φανερώνει παρεκτός νωχελικούς καπνούς
την ακτή που με κοχύλια την κεντάει
το απαλό φύσημα: και είναι σπάνιο να ξεπετάγονται
μέσα στη σιωπηλή μπουνάτσα
ανάμεσα στα διαβατάρικα νησιά του ανέμου
η ραχοκόκκαλη Κορσική και η Καπραία.
Ρωτάς εσύ εάν όλα έτσι χάνονται
μέσα σ’ αυτή τη λιγοστή ομίχλη από αναμνήσεις˙
εάν την ώρα της χαύνωσης ή στον αναστεναγμό
του αφρίσματος σαρκώνεται η μοίρα.
Θα ‘θελα να σου πω όχι, πως για σένα πλησιάζει
η ώρα να διασχίσεις τον χρόνο˙
ίσως μόνον όποιος το επιθυμεί, βιώνει το άπειρο,
κι ετούτο εσύ θα το μπορέσεις, ποιος ξέρει, όχι εγώ πάντως.
Νομίζω ότι για τους πιο πολλούς δεν είναι σωτηρία,
μα κάποιος ανατρέπει κάθε σχέδιο,
διαβαίνει το πέρασμα, όπως θελήσει επανέρχεται.
Θα ‘θελα προτού παραδοθώ, να σου δείξω
ετούτη την οδό διαφυγής
την εφήμερη, όπως στις σπιλιάδες
του πελάγου ο αφρός και η ρυτίδα.
Σου χαρίζω ακόμη τη φθενή μου ελπίδα.
Τώρα πια, κατάκοπος, δεν ξέρω πώς να τη θρέψω˙
την προσφέρω σαν εχέγγυο στη μοίρα σου, για να σωθείς.

Ο δρόμος τελειώνει σ’ αυτές τις ακροθαλασσιές
που κατατρώει η παλίρροια με παλινδρομικές κινήσεις.
Η καρδιά σου δίπλα μου που δεν μ’ ακούει
σαλπάρει κιόλας ίσως προς την αιωνιότητα.

[Από τη συλλογή Κόκκαλα σουπιάς/Ossi di seppia]